εξατμιστήρας


εξατμιστήρας
ο
1. το όργανο με το οποίο γίνεται η αποβολή ατμού ή άλλων αερίων («εξατμιστήρας ατμομηχανής»)
2. συσκευή ψυκτικής εγκαταστάσεως από την οποία το ψυκτικό υγρό εξατμίζεται και προκαλεί ψύχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξατμίζω. Η λ. εξατμιστήρ μαρτυρείται στον Αντώνιο Δαμασκηνό].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξατμιστήρας — ο 1. όργανο με το οποίο γίνεται η εξάτμιση. 2. (μηχ.), συσκευή για παραγωγή πόσιμου νερού με βρασμό θαλάσσιου, η οποία χρησιμοποιείται σε πλοία ή σε άνυδρες παραθαλάσσιες περιοχές. 3. συσκευή πετρελαιομηχανών με την οποία το ακάθαρτο πετρέλαιο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψύχους, βιομηχανία του- — Σύνολο οργανωμένων βιομηχανικών διαδικασιών, που αποβλέπουν στην επίτευξη θερμοκρασιών γύρω ή κάτω του 0°C σε σώματα ή σε ειδικούς χώρους. Η τεχνολογική ανάπτυξη του 19ου αι. έθεσε τις βάσεις για την κατασκευή των πρώτων μηχανημάτων παραγωγής… …   Dictionary of Greek

  • βραστήρας — ο λέβητας ή εξατμιστήρας που χρησιμοποιείται για τον βρασμό υγρού …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.